ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΒΑΓΕΝΟΥ – Ιστορικός Τέχνης

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΒΑΓΕΝΟΥ – Ιστορικός Τέχνης

«Με μια έντονη διάθεση αφαιρετικότητας, όπως φανερώνει η αποκλειστική χρήση του καφέ χρώματος, και η διχρωμία του άσπρου-μαύρου στα τοπία, τα ψηλά κτίρια, οι εκκλησίες, τα μικρά σπίτια και οι βάρκες συνωστίζονται μπροστά στα μάτια του θεατή, βοηθώντας τον να επαναξιολογήσει τη δυναμική του κώνου, του κύβου, του κύκλου και του κύλινδρου ως θεμελιώδεις φόρμες. Το αποτέλεσμα, αυστηρό και λιτό, μεταβιβάζει άθικτη την αναλλοίωτη ουσία του τοπίου.

Δίχως να κατακερματίζονται και να αποδιαρθρώνονται τα κτίρια, αυτή η περιληπτική απόδοση του τοπίου πετυχαίνει την ένταξη του στο χώρο και το χρόνο, καθιστώντας το οικουμενικό και διαχρονικό. Τα τοπία αυτά, ιδωμένα είτε ως σκιτσοειδή σκηνικά θεάτρου ή αιώνια στατικά κτίσματα, ισορροπούν αριστοτεχνικά ανάμεσα στη γεωμετρικότητα της γραμμής και την ιδιομορφία της χρωματικής επιλογής.

Οι μονοχρωματικές μορφές της Αλίς Τουρνικιώτη δημιουργούν συνειρμούς με μεσαιωνικούς αγγέλους που παίζουν μουσικά όργανα, καλλίφωνες εξωτικές καλλονές πρωτόγονων φυλών, φιγούρες περιπλανώμενων μουσικών με απλανές βλέμμα που έχουν ήδη «χαθεί» στην έκσταση της μουσικής και ξεπερνούν έναν απλό χαρακτηρισμό ως πλάσματα της φαντασίας της ζωγράφου, αποκτώντας δική τους οντότητα και ζωή, και θολώνοντας τα όρια μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας.

Η χρυσαφένια απόχρωση της ώχρας που φέρνει στο νου τη βυζαντινή προτίμηση για το χρώμα αυτό, χρησιμοποιείται ως βάση του συμβολισμού, του υπερβατικού χαρακτήρα και της παράξενης γοητείας που εκπέμπουν οι μουσικοί της δημιουργού.

Το χρώμα έχει συχνά κατανεμηθεί ενιαία σε ολόκληρη την επιφάνεια του πίνακα, αφήνοντας το σχέδιο και το περίγραμμα του να οριοθετήσουν τις μορφές, ενώ η φωτοσκίαση περιορίζεται σε λεπτές γραμμές που προσδίδουν όγκο και υφή. Αυτή αποποίηση του χρώματος και η λεπτότητα στην εναλλαγή των φωτεινών και σκοτεινών τόνων αφενός τονίζει τις σχέσεις των στοιχείων και το ρυθμό τους, αφετέρου διασκεδάζει τη συναισθηματική φόρτιση και τους υπαινιγμούς ερωτικού καλέσματος με τους οποίους έχουν παραδοσιακά συσχετισθεί τα μουσικά όργανα στην τέχνη. Οι στάσεις και το πλάσιμο των σωμάτων κρύβουν πίσω από την απλότητα την ευαισθησία και την τεχνική ικανότητα της ζωγράφου. Η μετωπικότητα κάποιων μορφών τους προσδίδει ένα σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, ενώ η φυσικότητα της ύπαρξης κάποιων άλλων προκαλεί ενδιαφέρον ακριβώς γιατί δεν έχουν διαπραγματευτεί με νατουραλιστικό τρόπο. Οι πίνακες με τις μορφές των μουσικών αποπνέουν ατμοσφαιρικότητα, πνευματική υπερβατικότητα και μυούν νοητά το θεατή στη χαρά και την αρμονία της μουσικής.

Τα έργα με κάρβουνο σε χαρτί δείχνουν να αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία στην καλλιτεχνική παραγωγή της ζωγράφου, η οποία και εδώ επιλέγει την «κλασική» θεματολογία, τα πορτρέτα και τις ολόσωμες μορφές, τα Εσωτερικά και τις «νεκρές φύσεις». Είτε πρόκειται για σχέδια-βάση που γίνονται στη συνέχεια και ζωγραφικά έργα είτε συνιστούν αυτόνομες δημιουργίες, τα έργα αυτά διακρίνονται από αμεσότητα και ένστικτο και διέπονται από μια «οπτική λογική» που βασίζεται σε ένα έντονα γεωμετρικό στοιχείο. Οι χαρακτηριστικές κάθετες και οριζόντιες γραμμές τέμνονται, διαχωρίζουν και συνδέουν ασταμάτητα τα κομμάτια μιας πραγματικότητας που έχει προέλθει από ένα γνήσια πρωτογενές υλικό. Η ακριβής καταγραφή του παιχνιδίσματος του φυσικού φωτός για την επίτευξη της εντύπωσης του όγκου δεν αποτελεί άμεσο ενδιαφέρον για την καλλιτέχνιδα, η οποία υιοθετεί αντ’αυτού την τεχνική της διαβάθμισης των τόνων του άσπρου και του μαύρου, μια ποιότητα εγγενής στο ίδιο το κάρβουνο ως μέσο. Το άσπρο και το μαύρο και οι πολλαπλές αποχρώσεις τους φέρνουν σε πρώτο πλάνο τη δυναμική του σχεδίου και προκαλούν μια παράλληλη διακύμανση συναισθημάτων.

Μέσω της στενής της σχέσης με το φυτικό κόσμο, την αγάπη της γι’αυτόν και τη διαρκή παρατήρησή του σε βάθος, η ζωγράφος κατορθώνει να μεταφέρει κοντά μας τη φύση, χωρίς να χειρίζεται το αντικείμενο της με φυσιοκρατικό τρόπο, αλλά αποδίδοντας την έννοια, την ουσία της φύσης, αντλώντας από τις προσωπικές, υποσυνείδητες εικόνες που έχει η ίδια σχηματίσει από αυτήν: ο συνδυασμός των χρωμάτων, η αρμονία που δημιουργούν ακόμα και οι πιο έντονες αντιθέσεις τους, η αίσθηση της γλυκιάς μυρωδιάς που αναδύουν τα λουλούδια και τα φρούτα που διακοσμούν τα Εσωτερικά καθιστούν τη φύση που αποτυπώνει η Αλίς Τουρνικιώτη μια ένθεη παρουσία, που καλεί το θεατή στην αγκαλιά της, χωρίς ούτε να αποδύεται τη ζεστασιά της, αλλά ούτε και να του αφήνει περιθώρια καταπάτησης της ιερότητας της.

Καταγράφοντας τη στιγμή, την ευκαιρία που της δίνει μια μικρή λάμψη του χρόνου όταν οι γυναικείες μορφές της γέρνουν απαλά το κεφάλι ή κινούν νωχελικά τα χέρια τους, η Αλίς Τουρνικιώτη καταφέρνει να εκφράσει το διαχρονικό: οι έντονα χρωματικές θηλυκές φιγούρες της, που άλλοτε ποζάρουν για την ευχαρίστηση του θεατή, άλλοτε τον αντιμετωπίζουν κατάματα ή αποστασιοποιούνται μελαγχολικά στον κόσμο τους, βρίσκονται πάντα εκεί μπροστά μας, γυναίκες του παρελθόντος, του παρόντος, και του μέλλοντος. Σ’ αυτά τα έργα η σπινθηροβόλα πινελιά, η έκρηξη του συναισθήματος, οι αντιθέσεις των ψυχρών και ζεστών χρωμάτων, η δύναμη του χρώματος και της φόρμας φέρνουν στο μυαλό τα βασικά εκφραστικά στοιχεία του μετα-ιμπρεσιονισμού, του εξπρεσιονισμού και του φωβισμού που όμως έχουν στη διάρκεια του χρόνου μετουσιωθεί στα χέρια της Αλίς Τουρνικιώτη σε ένα εκλεκτικιστικό, προσωπικό ιδίωμα, σε ένα ιδιότυπο όργανο έκφρασης που χτυπά τις χορδές της ψυχής του θεατή, που τον παρασύρει στον ορμητικό ρυθμό της ζωής, που βουβά τραγουδά για το ανέφικτο του μεταφυσικού, την αλήθεια της φύσης, το αιώνια πνευματικό και ερωτικό.

Με οδηγό τη διάθεση για αέναο πειραματισμό, την αναζήτηση λύσεων στους εικαστικούς προβληματισμούς και ανησυχίες της, και την επιθυμία και τόλμη για έκφραση χωρίς περιορισμούς, τα ζωγραφικά έργα της Αλίς Τουρνικιώτη συνεχίζουν να αποκαλύπτουν την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία της και να ακολουθούν μια εξελικτική πορεία ζωής, της ζωής της ίδιας της καλλιτέχνιδας.»